Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΔΕΣ

Οι Καραγκούνηδες είναι μια κοινωνική ενότητα του Ελληνικού λαού με ιδιαίτερα και ευδιάκριτα κοινωνικά και πολιτιστικά γνωρίσματα και δικές τους συνήθειες. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι η ενδυμασία, ιδίως των γυναικών. Ζούνε και κατοικούν στα πεδινά μέρη των νομών Τρικάλων και Καρδίτσας.
Τι ακριβώς ήταν, από που προέρχονταν και γιατί ονομάστηκαν έτσι δεν έχει απολύτως εξακριβωθεί. Για το όνομα Καραγκούνηδες έχουν υποστηριχθεί διάφορες απόψεις. Μερικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι προέρχεται από τις λέξεις κάρα (=κεφαλή) και κινώ (κουνώ)' Είχαν δηλαδή την συνήθεια, ιδίως τα παλιότερα χρόνια, να χρησιμοποιούν για συνεννόηση τις κινήσεις του κεφαλιού τους αντί της ομιλίας ή να κουνούν το κεφάλι τους μιλώντας.
Διαβάστε περισσότερα...»

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ
Η ιστορία της Ανατολικής Ρωμυλίας αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της πανάρχαιας Ελληνικής Θράκης και γενικότερα του ελληνισμού. Οι πρώτες πόλεις της χτίζονται μέσα στον 6ο και 5ο π.Χ. αιώνα και είναι ελληνικές αποικίες που δίνουν την πρώτη ζωή στα μέχρι τότε άγνωστα και ακατοίκητα παράλια της Μαύρης Θάλασσας.
Η Βόρεια Θράκη αναφέρεται με το όνομα Ανατολική Ρωμυλία για πρώτη φορά το 1878, στη «Συμφωνία του Βερολίνου». Είναι το γεωγραφικό διαμέρισμα της ελληνικής Θράκης, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στις δύο μεγάλες οροσειρές, του Αίμου από βορρά και της Ροδόπης από νότο. Δυτικό της όριο είναι το βουνό Όρβηλος , η σημερινή Ρίλα, μαζί με τη νοητή προέκταση της κορυφογραμμής της προς τα βόρεια, ενώ ανατολικά έχει για φυσικό όριο τα παράλιά της στη Μαύρη Θάλασσα.
Ο όρος «Ανατολική Ρωμυλία», που οι Τούρκοι πρώτοι καθιέρωσαν, βγαίνει από τις τουρκικές λέξεις «Ρουμ» και «Ελί», οι οποίες σημαίνουν «Έλληνες» και «Χώρα», αντίστοιχα. Οι Τούρκοι την αποκάλεσαν στο κείμενο της Συμφωνίας του Βερολίνου «Ανατολική Χώρα των Ελλήνων» και το επίσημο Βουλγαρικό κράτος έβαλε την υπογραφή του στη Συνθήκη, αναγνωρίζοντας πανηγυρικά την εθνική υπόσταση μιας περιοχής που του παραχωρήθηκε χωρίς να του ανήκει.
Στη Συνθήκη αυτή αποφασίστηκε σχηματισμός αυτόνομης επαρχίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με την επωνυμία «Ανατολική Ρωμυλία». Η αυτόνομη αυτή επαρχία θα είχε ως πρωτεύουσα τη Φιλιππούπολη, 6 Νομούς και 26 Επαρχίες.
Με την ανακήρυξη της Βουλγαρίας σε ανεξάρτητο Βασίλειο τον Οκτώβριο του 1908 καταλύθηκε οριστικά ο όρος «Ανατολική Ρωμυλία». Ακολούθησε διαρκής συσσώρευση βουλγαρικών πληθυσμών και στυγνή βουλγαρική καταπίεση, που είχαν σοβαρότατες επιπτώσεις στις συνθήκες διαβίωσης και εθνολογικής σύστασης του ελληνισμού της Ανατολικής Ρωμυλίας και μάλιστα αποτέλεσαν την αφορμή του ξεριζωμού του βορειοθρακικού ελληνισμού από τις προαιώνιες πατρίδες του.
Η βόρεια Θράκη δέχτηκε για 2.300 χρόνια αναρίθμητους επιδρομείς και πάμπολλους πρόσκαιρους κατακτητές, επιδίδοντας βαρβαρότητα και καταστροφές, χωρίς όμως να μπορέσει κανείς να αλλάξει την εθνολογική εικόνα της περιοχής και τον θαυμαστό ελληνικό πολιτισμό της Θράκης.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΒΑΚΛΗ
Ομώνυμη πρωτεύουσα της επαρχίας Καβακλή, χτισμένη στους πρόποδες του όρους Σακάρ και του Γιαβούζ-Δερέ, βορειοδυτικά της Αδριανούπολης. Γύρω από το Καβακλή υπήρχαν 7 Ελληνικά χωριά: Καρυές (4.000 κάτοικοι), Σιναπλή (1800 κατοίκους), Μέγα Μοναστήρι (1600 κάτοικοι), Μικρό Μοναστήρι (1200 κάτοικοι), Δογάνογλου (800 κάτοικοι), Τσικούρ-Κιοι (200 κάτοικοι) και Δράμα (100 κάτοικοι). Μέχρι το 1906 ο πληθυσμός τηςπόλης του Καβακλή ανερχόταν σε 9.000 κατοίκους, όλους Έλληνες στη γλώσσα και στο φρόνημα, πλην των δημοσίων υπαλλήλων.
Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία, την αμπελουργία και την κηπουρική, εκτός λίγων που ασχολούνταν με το εμπόριο και άλλες τέχνες. Η έλλειψη καλής και επαρκούς συγκοινωνίας και η αμέλεια της βουλγαρικής κυβέρνησης δεν βοήθησαν την πόλη να ευδοκιμήσει όσο έπρεπε. Κατά το 1900, μάλιστα, η έδρα της επαρχίας που ήταν πάντα στο Καβακλή, μετατέθηκε στη βουλγαρική πολίχνη Κιζίλ-Αγάτς που αριθμούσε μόλις 2.000 κατοίκους. Παρά τις βουλγαρικές καταπιέσεις, μέχρι το 1900 στο Καβακλή λειτουργούσε 7τάξια αστική σχολή με 700 ελληνόπαιδες μαθητές. Το καλοκαίρι όμως του 1905 άρχισαν οι βουλγαρικές βιαιοπραγίες με σκοπό την εξόντωση του Ελληνισμού στη Βουλγαρία. Τα βουλγαρικά κομιτάτα εξέγειραν τα γειτονικά βουλγαρικά χωριά εναντίον του Καβακλή.
Όμως η ένοπλη αντίσταση των κατοίκων και η έντονη διαμαρτυρία τους απεσόβησαν τον κίνδυνο του εμπρησμού και της διαρπαγής. Ωστόσο ο κίνδυνος δεν εξέλειπε. Η βουλγαρική κυβέρνηση, με την εφαρμογή του Νόμου περι της δημοτικής εκπαίδευσης, με τον οποίο καθίστατο αδύνατη η λειτουργία των ελληνικών σχολείων, εξανάγκασε τους Καβακλιώτες να εκπατριστούν κατά ομάδες, εγκαταλείποντας τις περιουσίες τους στη διάθεση των διωκτών τους. Οι κάτοικοι της περιφέρειας του Καβακλή που μετανάστευσαν, ανέρχονταν σε 8.000 περίπου, από τους οποίους οι 4.500 από το Καβακλή. Αυτό ωστόσο εξερέθισε περισσότερο τους Βουλγάρους, ως που κατά τη νύχτα της 19ης προς 20η Μαίου 1906, κατέσφαξαν στην τουρκοβουλγαρική μεθώριο τους Καβακλιώτες που εγκατέλειπαν τον τόπο τους, ολόκληρες οικογένειες.
Οι Βούλγαροι βέβαια διαστρεύπωσαν κατόπιν την αλήθεια, επιρρίπτονας ευθύνη στους Καβακλιώτες, ότι δήθεν προσπάθησαν να περάσουν τα σύνορα χωρίς διαβατήρια και οτι η σφαγή τους προέκυψε από παρεξήγηση των στρατιωτών που τους εξέλαβαν για ληστές και ύποπτα πρόσωπα. 200 περίπου καβακλιώτικες οικογένειες, καθώς και μερικές άλλες από τις Καρυές και τα γειτονικά χωριά, κατέφυγαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία. Όσοι έμειναν, υπέφεραν τα πάνδεινα από τους Βουλγάρους, ιδιαίτερα μετά το 1914, όταν έχασαν τα σχολεία και τις εκκλησίες τους. Έτσι το 1924-25 μετανάστευσαν στην Ελλάδα και διασκορπίστηκαν σε διάφορους συνοικισμούς της Μακεδονίας και της Θράκης (Νέο Καβακλή (Κιρ-Τσιφλίκ) στην Κομοτηνή, Κουφάλια Θεσσαλονίκης, Λιμπάνοβο (Αιγίνιο) Πιερίας, Κίτρος Πιερίας, Αλεξανδρούπολη, Θεσσαλονίκη κ.α.)
Διαβάστε περισσότερα...»

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΝΑΣΟ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

Κυριάκου Η. Βλασιάδη
Οικονομολόγου, τ. Γ. Γραμματέως του Δ.Σ.

του Φιλανθρωπικού Σωματείου Η Νέα Σινασός.
Αθήνα 2003

Σ Ι Ν Α Σ Ο Σ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ
Η Κωμόπολη Σινασός βρίσκεται στο κέντρο της Μικράς Ασίας, στην Καππαδοκία,260 χλμ. περίπου νοτιοανατολικά της Άγκυρας και 50 χλμ. νοτιοδυτικά της Καισάρειας. Σήμερα ονομάζεται Μουσταφάπασά. Ο πληθυσμός της πριν από την Ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδος - Τουρκίας του 1924, ανερχόταν σε περίπου 3000 Έλληνες και 500 Τούρκους.
Το όνομά της ,κατά την επικρατέστερη άποψη, προέρχεται από τη λέξη ΣΙΝ, που στη σημιτική σημαίνει Ήλιος και από το τελικό -ασσός, ενδεικτική κατάληξη τοπωνυμιών και κυρίως πόλεων όπως πχ. Μαμμασός, Αλικαρνασσός, Παρνασσός κλπ. Δηλαδή, Σινασός=Ηλιούπολη.
Σχετικά με το ιστορικό της παρελθόν, υπάρχουν λιγοστά τεκμηριωμένα στοιχεία. Η παλαιότερη αναφορά για τη Σινασό βρίσκεται σ’ ένα οθωμανικό κατάστιχο του 1476. Από μεταγενέστερες πηγές γνωρίζουμε ότι από το 1770 περίπου, την διοίκηση της Κοινότητας ασκούσε η Δημογεροντία, της οποίας τα μέλη εκλέγονταν κάθε χρόνο με το πλειοψηφικό σύστημα, είχε δε πολλές αρμοδιότητες, αφού έκανε μέχρι και χρέη Ειρηνοδικείου. Κράτος εν κράτει δηλαδή!
Η Σινασός ήταν ένα από τα 4-5 ελληνόφωνα χωριά της Καππαδοκίας και οι Σινασίτες ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι με υψηλό θρησκευτικό συναίσθημα αλλά και με ισχυρό εθνικό φρόνημα από την Ελληνική καταγωγή τους. Η ευσέβεια, χαρακτηριστικό των κατοίκων της Καππαδοκίας, ήταν πολύ έντονη στους Σινασίτες. Στην κωμόπολη υπήρχαν δύο ενοριακοί ναοί, ένα μοναστήρι και περίπου 40 παρεκκλήσια μέσα και γύρω απ’ αυτήν, τα περισσότερα ιδιωτικά. Στον κεντρικό Ι.Ν. των Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα, τα τελευταία χρόνια ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος τελεί Θεία Λειτουργία, σχεδόν κάθε χρόνο.
Ιδιαίτερα ανεπτυγμένη ήταν στη Σινασό η Ελληνική Παιδεία, καθώς λειτουργούσαν Νηπιαγωγείο, Παρθεναγωγείο και Αρρεναγωγείο, με δασκάλες και δασκάλους, επί το πλείστον από την Αθήνα. Το Αρρεναγωγείο συστήθηκε το 1821 με Συγίλιο του Πατριάρχη Γρηγορίου του 5ου, δύο μήνες πριν τον απαγχονισμό του. Ήταν οκτατάξιο όπως και το Παρθεναγωγείο. Μιλούσαν άπταιστα την ελληνική γλώσσα όπως ακριβώς στην Ελλάδα, μάθαιναν την Τουρκική σαν δεύτερη γλώσσα και η εκπαίδευση ήταν δωρεάν και υποχρεωτική για όλους!
Πηγή ευημερίας για τη Σινασό ήταν το εμπόριο, αφού οι σινασίτες διέπρεπαν στην Κωνσταντινούπολη σαν έμποροι ναυτιλιακών ειδών, αλιπάστων και κυρίως μαύρου χαβιαριού, για το οποίο είχαν συστήσει ειδική Συντεχνεία για το διαμετακομιστικό εμπόριό του από την Ρωσία προς την Ευρώπη, με δικό της Καταστατικό, ήδη από τον 18ο αιώνα. Η Ελληνική εκπαίδευση και οι επαφές με την κοσμοπολίτικη Πόλη, είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση του βιοτικού επιπέδου των Σινασιτών και την βελτίωση των δεσμών με την ιδιαιτέρα τους πατρίδα. Η νοσταλγία, η αγάπη για το χωριό και η ευημερία των Σινασιτών, δημιούργησαν τα περίφημα αρχοντικά της Σινασού, με πλούσιο εσωτερικό και εξωτερικό διάκοσμο, όπως τοιχογραφίες, πετροσκαλιστά φορούσια, μαίανδροι κλπ. ‘Ένα μέρος από τα σπίτια ,ήταν σκαλισμένο στον μαλακό βράχο και το υπόλοιπο ήταν κτιστό. Από αυτά, 95 κρίθηκαν διατηρητέα από το Τουρκικό κράτος, ενώ ολόκληρος ο οικισμός χαρακτηρίσθηκε διατηρητέος από την UNESCO πριν από λίγα χρόνια. Τα κτήρια που έχουν διασωθεί, αλλά ακόμη και αυτά που είναι ερειπωμένα, μαρτυρούν τον πολιτισμό των κατοίκων της. Τελευταίως, τα περισσότερα από τ’ αρχοντικά αυτά μετατρέπονται σε Πανσιόν.
Οι Σινασίτες είχαν ελληνικότατα δημοτικά τραγούδια, μερικά από τα οποία ήσαν Ακριτικά, καθώς είναι γνωστό ότι η Καππαδοκία θεωρείται η κατ’εξοχήν περιοχή του Διγενή Ακρίτα. Πολλά τραγούδια τους προέρχονταν από διάφορες άλλες περιοχές του ελληνισμού, αλλά οι σινασίτες τους είχαν δώσει άλλες μελωδίες, πιο βυζαντινότροπες και τα χόρευαν με τους κλειστούς κυκλικούς χορούς (που πιθανόν να προέρχονταν από τους Κύκλιους χορούς των αρχαίων Ελλήνων). Χόρευαν επίσης τον ¨μοναδικό¨ αντικρυστό Ίσο, τον παγκαππαδοκικό Κόνιαλι (γνωστός ως χορός των κουταλιών), καθώς και τον πανελλήνιο Συρτό, μόνοι αυτοί, στα βάθη της Ανατολής. Οι δε γυναικείες παραδοσιακές φορεσιές της Σινασού, μεταξωτές, ασημοκέντητες και χρυσοκέντητες αποτελούσαν καταπληκτικά δείγματα Μικρασιατικής λαικής φορεσιάς. Μετά την Ανταλλαγή του ’24, πρόσφυγες πλέον οι Σινασίτες, ασχολήθηκαν και στον ελλαδικό χώρο με το εμπόριο και τα γράμματα, όπου και διαπρέπουν. Το 1925 ίδρυσαν το φιλανθρωπικό Σωματείο Η ΝΕΑ ΣΙΝΑΣΟΣ, με πλούσια φιλανθρωπική, κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα μέχρι και σήμερα, και για τα 60χρονά του τιμήθηκε με Βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών το 1986. Στη βόρειο Εύβοια υπάρχει και κωμόπολη με το όνομα Νέα Σινασός που υπάγεται στην Ιστιαία.
Έτσι, η Σινασός της Καππαδοκίας, μια μικρή κωμόπολη στα βάθη της Ανατολής, με την ελληνική γλώσσα, τα σχολεία της, τις εκκλησιές της, τον πολιτισμό της και τα ελληνικότατα τραγούδια και χορούς της, κράτησε ψηλά τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία μέχρι την Ανταλλαγή του 1924.
Άξια λοιπόν ο μεγάλος Ελβετός ιστορικός Ανρύ Γκρεκουάρ την χαρακτήρισε ¨Εστία ελληνικής Αναγέννησης στην Καπππαδοκία¨ και ο μακαριστός Μητροπολίτης Καισαρείας Κλεόβουλος είπε για τη Σινασό: Όασις εν ερήμω, Αστήρ εν τω σκότει, Αθήναι εν Μικρά Ασία.

Κυριάκος Βλασιάδης
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Το πάνω βήμα πάρτηκεν,
το κατ’ αποκοιμάται,
το μεσακό εστράγγισεν,
παιδιάμ’ πάρτην η πόλη…

Η Καππαδοκία ήταν κατ’ εξοχήν ακριτική περιοχή στα ανατολικά σύνορα του Βυζαντίου, γεγονός που εξηγεί και την ύπαρξη πολλών ακριτικών τραγουδιών στην Σινασό, όπως το παραπάνω, το οποίο αναφέρεται στο πραγματικό γεγονός της Άλωσης ενός τριώροφου κρησφύγετου που βρίσκεται στη Βραχτή, πολύ κοντά στη Σινασό και το οποίο μετετράπη αργότερα στην λαξευτή εκκλησία του Αγ. Βασιλείου, σήμερα, ένα τουριστικό αξιοθέατο.
Τα δημοτικά τραγούδια της Σινασού κατέχουν ξεχωριστή θέση στην μουσική, όχι μόνον της Καππαδοκίας αλλά και του Ελληνισμού γενικότερα. Παρά το γεγονός ότι ο Αρχέλαος στο βιβλίο του Η Σινασός αναφέρει ότι ¨...οι Σινασείς αν και προοδευτικοί, εν τούτοις περί μουσικής, μικράν τρέφουν ιδέαν…¨, στην πραγματικότητα είχαν ανεπτυγμένο το μουσικό αίσθημα, παρότι στα σινασίτικα σπίτια πράγματι, δεν υπήρχαν μουσικά όργανα. Είναι όμως ευτύχημα το γεγονός ότι η μόδα της δυτικής μουσικής με τα μαντολίνα και τις κιθάρες δεν εισήχθη στην Σινασό τις τελευταίες δεκαετίες, εκτός από λίγα τραγούδια πόλκας και ταγκό, τα οποία έφεραν στο χωριό οι άνδρες που ζούσαν στην Πόλη. Έτσι, τα Σινασίτικα τραγούδια δεν επηρεάσθηκαν καθόλου σχεδόν, από την Ευρωπαϊκή μουσική.
Ο Σινασίτης μουσικολόγος Σωφρόνης Σωφρονιάδης, από το βιβλίο του οποίου αντλούμε πολλά στοιχεία, γράφει ότι εκτός από τα καθαρώς σινασίτικα τραγούδια, υπάρχουν στη Σινασό και μερικά τραγούδια από άλλες περιοχές της Ελλάδος. Ο δανεισμός αυτός όμως αφορά μόνο στο ποιητικό και όχι στο μουσικό μέρος των τραγουδιών, διότι όπως λέει, η μουσική που αποδιδόταν, μεταφερόταν από τους Σινασίτες παραλλαγμένη. κι αυτό, γιατί αφενός μεν τότε δεν υπήρχαν τα κατάλληλα μέσα ¨μεταφοράς¨ της μουσικής, αφετέρου δε, γιατί συνήθως κάποιος ντόπιος συνθέτης μελοποιούσε με καινούριο σκοπό το ποιητικό κείμενο. Αυτό βεβαίως καταρρίπτει την άποψη του Αρχέλαου και αποδεικνύει ότι υπήρχαν και Σινασίτες που ασχολούνταν με τη μουσική. Έτσι, τα τραγούδια που προέρχονταν από διάφορα μέρη της Ελλάδος, στη Σινασό έχουν διαφορετική μελωδία και ύφος, είναι δηλαδή, πιο βυζαντινοπρεπή.
Τα τραγούδια της Σινασού, μπορούμε να τα κατατάξουμε σε διάφορες κατηγορίες:

  1. Στα Ακριτικά, όπως: ¨Εβράδυν παλιοβράδυν¨, ¨Το πάνω βήμα πάρθηκεν¨, ¨Κάτω στον Άη-Γιάννη το Θεολόγο¨ κ.α.
  2. Στα καθαρώς σινασίτικα, όπως: ¨Μάναμ’ ήρτεν η Άνοιξη¨, ¨Στου Γιαννάκη μου το γάμο¨, ¨ Άγιεμ’ άη-Γιωργ’ αφέντη μου¨, ¨ Ένα κομμάτι σύννεφο¨, ¨Πάγω στου Προύσας τα Βουνά¨, ¨Απόψην-απόψην τα μεσάνυκτα¨, κ.α.
  3. Στα τραγούδια με ξένο ποιητικό κείμενο αλλά με σινασίτικη μουσική, όπως: ¨Μηλίτσαμ’ πούσαι στον γκρεμό¨, ¨Ζουρλαίνομαι-ζουρλαίνομαι¨, ¨Μπρε Μανώλη, μπρε λεβέντη¨, ¨Η Παναγιώτα κίνησε¨, ¨Τρι Άρχοντες καθούντανε¨, κ.α.
  4. Στα τραγούδια με στίχους και μελωδία ξένα αλλά με σινασίτικο ύφος, όπως: ¨Μαλαματένιος αργαλειός¨, ¨Εσύ που σέρνεις το χορό¨, ¨Ο σκλάβος αναστέναξε¨, ¨Μπάτε κορίτσια στο χορό¨, κ.α.
  5. Στα τραγούδια του γάμου, όπως: ¨Περπάτα νυφοπούλα μου¨, ¨Σήμερις η σημεριανή¨, κ.α.
  6. Στα παιδικά, όπως: ¨Φαρακλί κλι-κλι¨, ¨ Άγιεμ’ Άγιεμ’ Κωνσταντίνε μου¨, ¨Αβάι αβαϊούτσικο¨, κ.α.
  7. Στα σκωπτικά, όπως: ¨Κορώνα-σειλώνα¨, κ.α.
Το πλέον αγαπημένο τραγούδι των Σινασιτών ήταν (και παραμένει σήμερα για την δεύτερη γενιά) το ¨Μαλαματένιος αργαλειός¨, το οποίο με την πάροδο των χρόνων, έφτασε μέχρι τις μέρες μας με αρκετές αλλαγές. Δημοσιεύθηκε στο Λεύκωμα Η Σινασός της Καππαδοκίας του 1924, όπου το κείμενο και η μουσική ήταν γραμμένα στο ευρωπαϊκό πεντάγραμμο. Σχεδόν το ίδιο κείμενο έχει δημοσιευθεί και σε πρόσφατη έκδοση του βιβλίου Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Ο.Ε.Δ.Β. για το Γυμνάσιο και διδάσκεται στα σχολεία της χώρας. Από την σύγκριση των δύο κειμένων, ακόμη και ένας μη γνώστης της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μπορεί να αντιληφθεί ότι πρόκειται για το ίδιο πανελλήνιο τραγούδι. Αυτό είναι, κατά τη δική μας άποψη, πολύ σημαντικό, όπως επίσης και το γεγονός ότι ο συγγραφέας προτρέπει τους μαθητές να συγκρίνουν το τραγούδι αυτό με ορισμένους στίχους σχετικούς με το μύθο της Πηνελόπης στην Οδύσσεια του Ομήρου, κάτι το οποίο κατά τη γνώμη μου, δείχνει σαφώς μια συνέχεια από τις πανάρχαιες ελληνικές παραδόσεις στα τραγούδια της Σινασού, μέσα στα βάθη της Ανατολής.
Οι Σινασίτες καλούσαν οργανοπαίκτες μόνο σε μεγάλες γιορτές. Στα μικρά οικογενειακά γλέντια, τα τραγούδια και τους χορούς συνόδευε πάντα το ντέφι. Πέρα από αυτό, άλλα βασικά όργανα ήταν το βιολί, το κλαρίνο και το ούτι. Κατά τη διάρκεια τουλάχιστον των τελευταίων ετών, βιολί με πολλές χορδές και όρθιο στα γόνατα του, έπαιζε ο Τακάς ο Θόδωρος (πέθανε στην Ελευσίνα γύρω στα 1927-28), ενώ κλαρίνο με 7 κλειδιά ο Κωστής Μελετιάδης (εικ. 6), ο οποίος ήταν επίσης και σπουδαίος ζωγράφος έχοντας ζωγραφίσει τα περισσότερα σπίτια της Σινασού. Ντέφι έπαιζαν η Ευγέν, η Κλεόν, η Λουλουδιά, η Φωτίκα κ.α. Ούτι έπαιζαν κυρίως σε τουρκικά τραγούδια, αφού στα γλέντια τους οι Σινασίτες τραγουδούσαν και ορισμένα τουρκικά τραγούδια για να χορέψουν τους χορούς Κόνιαλι (Κουτάλια) και Ίσο. Ο Σεραφείμ Ρίζος στα χειρόγραφα του γράφει ότι ¨ Έλληνες στην Καππαδοκία, και φυσικά στη Σινασό, δεν έπαιζαν σάζι και ούτι καθώς αυτά τα είχαν οι Τούρκοι¨.
Εκτός από τον ¨Μαλαματένιο αργαλειό¨, τα πλέον αγαπημένα για τους Σινασίτες γονείς μας αλλά και για μας, της δεύτερης και τρίτης γενιάς, είναι τα: ¨Πάγω στου Προύσας τα βουνά¨, ¨Σήμερις η σημεριανή¨, Απόψην-απόψην τα μεσάνυκτα¨, ¨Εσύ που σέρνεις το χορό¨, ¨Στου Γιαννάκη μου το Γάμο¨, ¨Μάναμ’ ήρτεν η Άνοιξη¨, ¨Μηλίτσαμ’ πούσαι στον γκρεμό¨, κ.α.
Γεγονός είναι πάντως, ότι επειδή τα σινασίτικα τραγούδια είναι ελαφρώς αργόσυρτα και όχι τόσο κατάλληλα για διασκέδαση, τα τελευταία χρόνια πριν την ανταλλαγή, αλλά και εδώ στον ελλαδικό χώρο, είχαν παραμεληθεί, αν όχι λησμονηθεί. Τα σινασίτικα τραγούδια δεν ήταν όλα χορευτικά. Αυτά όμως που ήταν, οι Σινασίτες τα χόρευαν με τους κλειστούς κυκλικούς χορούς, χωρίς πρώτη και τελευταία, σε κλειστό κύκλο.
Η πρώτη συλλογή-καταγραφή όπου βρίσκουμε σινασίτικα τραγούδια, είναι του Paul de Lagarde στο βιβλίο του Άσματα Σινασιτών (έκδοση του 1886), αλλά μόνο το ποιητικό μέρος τους. Καθώς όμως τα περισσότερα από αυτά είναι πολύ παλαιά, δεν έφθασαν μέχρι τις μέρες μας. Μεταξύ των είκοσι περίπου τραγουδιών που αναφέρει ο de Lagarde περιλαμβάνεται και το άγνωστο σε εμάς ¨Αμαζών Σινασίτις κατά Σαρακηνών πολεμούσα¨, (για το οποίο πιστεύω ότι γίνεται λόγος για πρώτη φορά στην παρούσα εργασία), αναφέρονται αρκετές λέξεις της σινασίτικης διαλέκτου, όπως για παράδειγμα ζωστρίτσα (ζώνη), κλώθει (γυρίζει), απ’ έσω (από μέσα), ήκσαν τα (τα άκουσαν), παρτσάδια (κομμάτια), κ.α., κάτι το οποίο επιβεβαιώνει ότι είναι πραγματικά τραγούδι της Σινασού. To τραγούδι αυτό βρήκα και σε χειρόγραφο του Καρολίδη στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα Καππαδοκία, μέρος Γ΄: Άσματα δημώδη και μύθοι των Ελληνόγλωσσων κατοίκων της Καππαδοκίας. Σε αυτό το χειρόγραφο, ο Καρολίδης αναφέρει ότι τα σπουδαιότερα άσματα από φιλολογικής και ιστορικής απόψεως στους διάφορους δήμους της Καππαδοκίας, προέρχονται από την Τελμησσό, την Σινασό και την Μαλακοπή, ενώ καταγράφει και άλλα είκοσι περίπου τραγούδια της Σινασού.
Η τρίτη συλλογή-καταγραφή τραγουδιών της Σινασού, περιλαμβάνεται σαν ανθολογία στο βιβλίο του Αρχέλαου Η Σινασός. Παρά το γεγονός ότι και εδώ εμφανίζεται μόνο το ποιητικό τους κείμενο, ο συγγραφέας δεν παραλείπει να ¨ψάλλει¨ το εγκώμιο της Μουσικής, την αξία της οποίας όπως γράφει, οι Σινασίτες υποτιμούν και την θεωρούν άχρηστη. Εντούτοις, συνεχίζει, από την άλλη μεριά οι αρχαίοι Έλληνες τη Μουσική και τη Γυμναστική ¨εκάλουν σοφία¨, και αφού ονομάζει την πρώτη ¨φωνή της Εκκλησίας¨, καταλήγει στο ότι οι Σινασίτες θα είχαν μεγάλη υλική και ηθική ωφέλεια εάν έβαζαν τη Μουσική σαν απαραίτητο στοιχείο της κοινωνικής, οικιακής και σχολικής ανάπτυξης του τόπου.
Σημαντική συλλογή σινασίτικων τραγουδιών έκανε και ο αείμνηστος μουσικολόγος Γεώργιος Παχτίκος (εικ. 5), ο οποίος στο βιβλίο του 260 Δημώδη Ελληνικά Άσματα από του στόματος του Ελληνικού λαού, τόμος Α΄ (έκδοση 1905), δημοσίευσε δεκαοκτώ σινασίτικα τραγούδια με το μουσικό τους κείμενο (με νότες δηλαδή), τα οποία είχε καταγράψει στη Σινασό, από γνήσιες Σινασίτισες. Επίσης, στο Λεύκωμα Η Σινασός της Καππαδοκίας του 1924, περιλαμβάνονται 34 τραγούδια με τους στίχους αλλά και με νότες στο ευρωπαϊκό πεντάγραμμο, κυρίως από τον Γ. Παχτίκο.
Το κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών που ίδρυσε η Μέλπω Μερλιέ, έχει καταγράψει μερικά σινασίτικα τραγούδια σε ηχογραφημένα αρχεία, κατά τη δεκαετία του 1930, από Σινασίτισες της πρώτης γενιάς, δυο-τρία από τα οποία συμπεριέλαβε σε δισκογραφικές του παραγωγές υπό τον Μάρκο Δραγούμη.
Το 1951, το Λαογραφικό Τμήμα της Ακαδημίας Αθηνών, υπό τον Καθηγητή Γεώργιο Μέγα (εικ. 4) και με τους συνεργάτες του Σπύρο Περιστέρη και Σπύρο Σκιαδαρέση, ηχογράφησαν 25 σινασίτικα τραγούδια στο σπίτι μας, στην Ανάσταση του Πειραιά, όπου ο πατέρας μου Ηλίας και ο αείμνηστος Πρόεδρος του Σωματείου μας Λάζαρος Τακαδόπουλος (εικ. 2) συγκέντρωσαν αρκετούς Σινασίτες και Σινασίτισες της πρώτης γενιάς να τραγουδήσουν.
Παρόντες μεταξύ άλλων ήταν, όπως θυμάμαι, η δασκάλα της Σινασού Ανδρονίκη Χατζησταύρου, η Ελένη Περσία-Μαΐδου, η μητέρα μου Μαγδαληνή, η Βασιλική Πεππέ, ο Γιάννης Πατρίκος, η Βασιλική Ιωαννίδου, ο Μιχάλης Πεππές, κ.α. Tα τραγούδια αυτά γράφτηκαν σε δίσκους, τέσσερα δε από αυτά, κατέγραψε με νότες ο Σπύρος Περιστέρης και δημοσιεύθηκαν στον Γ΄ τόμο από την έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Η σημαντική όμως αυτή δουλειά βρίσκεται σήμερα, περισσότερα από 50 χρόνια μετά, στα αρχεία της Ακαδημίας, και κανείς δεν γνωρίζει πότε θα αξιοποιηθεί και μελετηθεί όπως της αξίζει, καθόσον αποτελεί μοναδικό ντοκουμέντο.
Γύρω στα 1950-55, ο μεγάλος μας Σίμων Καράς (εικ. 3) ¨έπαιξε¨ υποδειγματικά με χορωδία και παραδοσιακή ορχήστρα, τέσσερα σινασίτικα τραγούδια για λογαριασμό του τότε Ε.Ι.Ρ., τα οποία έχει αποδώσει εξαιρετικά και μέχρι τα τελευταία χρόνια μεταδίδονταν από την εκπομπή του κρατικού ραδιοφώνου ¨Μουσικοί Αντίλαλοι¨. Ακόμη, ο Παναγιώτης Μυλωνάς με το συγκρότημα του, παρουσιάζει συχνά στην τηλεόραση της ΕΤ-1 και στην τακτική Κυριακάτικη εκπομπή του ¨Μουσική Παράδοση¨, σινασίτικα τραγούδια με εξαιρετική απόδοση.
Το 1958, ο Σινασίτης μουσικολόγος Σωφρόνης Σωφρονιάδης (εικ. 1) εκδίδει το βιβλίο του Η Σινασός της Καππαδοκίας και τα Δημοτικά της Τραγούδια, μια σπουδαία και εξαιρετική, πραγματικά, μελέτη και ανάλυση περισσοτέρων από τριάντα τραγουδιών με τους στίχους αλλά και με το μουσικό τους κείμενο. Για να ολοκληρώσει δε την προσπάθεια του αυτή, της διάσωσης δηλαδή των τραγουδιών της Σινασού, οργάνωσε συναυλία στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου ¨Παρνασσός¨ το 1958, όπου η λυρική τραγουδίστρια, υψίφωνος Αλίκη Σωφρονιάδου συνοδευόμενη στο πιάνο από τον ίδιο και με τη συνοδεία της χορωδίας του Νίκου Τσιλίφη, παρουσίασε ορισμένα σινασίτικα τραγούδια. Η Αλίκη Σωφρονιάδου απέδωσε θαυμάσια τα τραγούδια αυτά παρά το γεγονός ότι σαν λυρική τραγουδίστρια δεν ταίριαζε και πάρα πολύ σε δημοτικό τραγούδι. Μας άφησε όμως τη γνήσια και αυθεντική απόδοση τους και τη μελωδία τους σε κασέτες που υπάρχουν στο Σωματείο μας.
Τα τελευταία χρόνια γίνονται και παραγωγές από διάφορους φορείς και μουσικούς, όπως είναι για παράδειγμα ο Χρήστος Τσιαμούλης, ο Γιώργος Κωστάντζος, ο Μανώλης Καρπάθιος, η Δόμνα Σαμίου κ.α., οι οποίοι αποδίδουν σε CD, ο καθένας φυσικά με τον δικό του τρόπο, διάφορα σινασίτικα τραγούδια. Παρότι ευπρόσδεκτες όμως αυτές οι προσπάθειες, ας μας επιτραπεί να διατηρούμε ορισμένες επιφυλάξεις όσον αφορά στην τελική τους απόδοση, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι τόσο πιστή όσο ενδεχομένως θα επιθυμούσαμε. Σινασίτικα τραγούδια έχουν ακόμα συμπεριλάβει στο ρεπερτόριο τους η χορωδία της Νέας Πέλλας Γιαννιτσών υπό την κ. Βούλα Αργυράκη, η χορωδία ¨Θεματοφύλακες της Παράδοσης¨ (Μονωδία) του Παλαιού Φαλήρου υπό τον Μαέστρο και Πρωτοψάλτη κ. Γεώργιο Γιαννακόπουλο, καθώς και ο Σύλλογος Εγγλεζονησίων Νέας Ιωνίας Βόλου με τη χορωδία του, το χορευτικό του, με κείμενα και εικόνες, ο οποίος παρουσίασε ολοκληρωμένα τη Σινασό, σε μια εξαιρετική παράσταση, το 2002.
Για τον λόγο αυτό, τα σινασίτικα τραγούδια περιμένουν έναν κρατικό ή ιδιωτικό φορέα που θα τα αγκαλιάσει, και θα προσπαθήσει με μεράκι και ιδιαίτερη φροντίδα να τα διασώσει, χρηματοδοτώντας την έκδοση ενός CD με αναγνωρισμένο συγκρότημα παραδοσιακής μουσικής και τραγουδιστές, ώστε να διατηρηθούν και να διαδοθούν στις επόμενες γενιές, κάτι που πραγματικά αξίζουν. Είναι αληθινά δείγματα Ελληνικού πολιτισμού που κινδυνεύουν να χαθούν, αφού φεύγουν σιγά-σιγά οι εκπρόσωποι της γενιάς εκείνης που τα έζησαν και τα κράτησαν μέχρι τις μέρες μας. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι δεν υφίσταται πλέον ο ¨ομφάλιος λώρος¨ με την πηγή τους, πράγμα που συμβαίνει με τις άλλες περιοχές της Πατρίδας μας, όπως για παράδειγμα την Ήπειρο, τη Μακεδονία τη Θράκη κλπ., με τις οποίες υπάρχει άμεση επαφή με τις ρίζες τους, δηλαδή τα χωριά.
Η Σινασός που ξέρουμε χάθηκε για πάντα. Θα πρέπει όμως να σώσουμε τουλάχιστον τα τραγούδια της και τους χορούς της.

Στη σινασίτικη διάλεκτο, ως άρθρο της γενικής του ενικού στα θηλυκά, χρησιμοποιείται το ¨του¨, αντί για το κανονικό ¨της¨. ¨ Έτσι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, το ¨στου¨ σημαίνει ¨στης¨.
Διαβάστε περισσότερα...»

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΧΡΟΝΗ ΑΗΔΟΝΙΔΗ

Αρχείο:Chronis Aidonidis.jpg
Ο Χρόνης Αηδονίδης γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1928, στην Καρωτή, ένα χωριό κοντά στο Διδυμότειχο. Γιος του ιερέα Χρήστου και της Χρυσάνθης Αηδονίδη, είναι ο δεύτερος από τα πέντε αδέλφια του. Στην Καρωτή, περνά τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια κι εκεί είναι που μαθαίνει τα πρώτα του τραγούδια και μυείται στον κόσμο της παραδοσιακής μουσικής, πρώτα από τη μητέρα του, κι έπειτα απ' τους ντόπιους μουσικούς που έπαιζαν στα πανηγύρια του χωριού του.

Μαθητής ακόμα, διδάσκεται βυζαντινή μουσική, από τον πατέρα του και αργότερα από τον πρωτοψάλτη Μιχάλη Κεφαλοκόπτη. Όταν τελείωσε το οκτωτάξιο γυμνάσιο στο Διδυμότειχο, διορίστηκε ως κοινοτικός δάσκαλος σε ένα χωριό του Έβρου, κοντά στα Βουλγαρικά σύνορα, τα Πετρωτά. Το 1950 εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στην Αθήνα, όπου συνέχισε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη βυζαντινή μουσική, στο Ελληνικό Ωδείο, κοντά στο μεγάλο δάσκαλο Θεόδωρο Χατζηθεοδώρου. Τον Φεβρουάριου του ίδιου χρόνου, προσλαμβάνεται στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο, όπου εργάζεται ως λογιστής, ενώ παράλληλα ολοκληρώνει τις σπουδές του στα λογιστικά, στη σχολή "Πυρσός. Σ’ αυτή τη θέση θα παραμείνει ως τη συνταξιοδότησή του, το 1988.

Στο Σισμανόγλειο, μια σημαντική συνάντηση θα του αλλάξει τη ζωή. Το 1953 ο μεγάλος λαογράφος Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου θα τον αναζητήσει και θα του προτείνει να συμμετέχει στην εκπομπή του "Θρακικοί Αντίλαλοι", στο κρατικό ραδιόφωνο (ΕΙΡ), προκειμένου να παρουσιάσει στον κόσμο ένα ρεπερτόριο της Θράκης άγνωστο μέχρι τότε. Παρότι στην αρχή ο Χρόνης Αηδονίδης θα διστάσει, λέγοντάς του "Με συγχωρείτε πολύ. Τα τραγούδια αυτά τα ξέρω, τα αγαπώ, αλλά...ντρέπομαι να τα πω. Θα με κοροϊδεύουν", τα παραινετικά λόγια και οι συμβουλές του σπουδαίου λαογράφου θα τον επηρεάσουν και θα τον προτρέψουν να αφιερώσει τελικά όλο το υπόλοιπο της ζωής του στην προσπάθεια προβολής και διάδοσης της παραδοσιακής μουσικής. Από τότε και με τη βοήθεια του Πολύδωρου Παπαχριστοδούλου, παίρνει μέρος στις εκπομπές του, συμμετέχοντας πολύ σύντομα ως σολίστ στη Χορωδία του Παντελή Καββακόπουλου. Οι «Θρακικοί Αντίλαλοι» που, πριν τον Χρόνη Αηδονίδη φιλοξενούσαν μόλις 30-40 τραγούδια της Ανατολικής Θράκης, τώρα πια, με τη φωνή του, γνωρίζουν στον κόσμο για πρώτη φορά τα τραγούδια της Δυτικής και της Βόρειας Θράκης αλλά και πολλά ακόμα της Ανατολικής, που ποτέ έως τότε δεν είχαν ακουστεί πέραν από τα σύνορα της Θράκης. Αργότερα συμμετέχει στη χορωδία του Σίμωνα Καρρά, ενώ από το 1957, αναλαμβάνει τακτική εβδομαδιαία εκπομπή στο ραδιόφωνο, προβάλλοντας το μουσικό θησαυρό της Θράκης. Παράλληλα εξακολουθεί να λαμβάνει μέρος σε πολλές συναυλίες ανά την Ελλάδα και να δισκογραφεί.

Το 1990 η συνεργασία του με τον Γιώργο Νταλάρα θα αποτελέσει έναν από τους πιο σημαντικούς σταθμούς στην καλλιτεχνική του πορεία. Ο δίσκος «Τ’ Αηδόνια της Ανατολής», με ορισμένα από τα πιο ωραία παραδοσιακά τραγούδια, και με τη συμμετοχή του Γιώργου Νταλάρα και του Ross Daly, θα αγαπηθεί ακόμα και από ανθρώπους που έως τότε δεν είχαν ασχοληθεί με αυτός το είδος μουσικής. Οι από κοινού συναυλίες με τον Γιώργο Νταλάρα, που συνόδευσαν την παρουσίαση του δίσκου, θα επιβεβαιώσουν τη μεγάλη απήχηση.

Το ενδιαφέρον του κόσμου όμως για το παραδοσιακό τραγούδι, ιδιαίτερα της Θράκης, μέσα από τη φωνή του Χρόνη Αηδονίδη, θα αποδειχθεί και αργότερα, με την -ισάξια με τ’ «Αηδόνια της Ανατολής»- απήχηση που έλαβε ο διπλός δίσκος «Τραγούδια και Σκοποί της Θράκης», που επιμελήθηκαν οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, το 1993.

Σήμερα ο Χρόνης Αηδονίδης έχει μια πλούσια δισκογραφία (450 τραγουδιών περίπου), με τα ωραιότερα τραγούδια της Θράκης, βόρειας, ανατολικής και δυτικής. Έχει λάβει μέρος σε εκατοντάδες συναυλίες τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο Εξωτερικό (Αμερική, Αυστραλία, σε όλα τα κρατίδια της τέως Σοβιετικής Ένωσης, Ευρώπη). Το θρακιώτικο τραγούδι με την αριστοτεχνική και μελίρρυτη φωνή του, αγαπήθηκε από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Γι’ αυτό άλλωστε επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει την πατρίδα μας στις δύο μεγαλύτερες διοργανώσεις των τελευταίων χρόνων: στο διακρατικό παγκόσμιο τηλεοπτικό εορταστικό πρόγραμμα υποδοχής της νέας χιλιετίας, το 2000, όπου η Ελλάδα καλωσόρισε τη νέα χιλιετία με τη φωνή του, στο Σούνιο και το 2004, όταν πραγματοποίησε την έναρξη της Τελετής Λήξης των Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας του 2004, με το συγκινητικό καθιστικό τραγούδι: «Φίλοι μ’ καλωσορίσατε», απλώνοντας την ιερή μουσική της Θράκης σε κάθε γωνιά του κόσμου.

Έχει συνεργαστεί συναυλιακά, με πολλούς καταξιωμένους καλλιτέχνες στην Ελλάδα και στον εξωτερικό, ενώ αξιοσημείωτες είναι οι δισκογραφικές συνεργασίες του με τον Νίκο Κυπουργό και τη Λίνα Νικολακοπούλου, το 2001, στον δίσκο «Τα μυστικά του κήπου», στον οποίο ηχογράφησε το νανούρισμα «Βλέφαρό μου» και το 2003, στον δίσκο «Της καρδιάς μου τ’ ανοιχτά», όπου ηχογράφησε δύο τραγούδια σε μουσική του Παντελή Θαλασσινού και σε στίχους του Ηλία Κατσούλη και του Χρυσόστομου Γελαγώτη.

Το 2004 πραγματοποιεί ένα νεανικό του όνειρο, ηχογραφώντας για πρώτη φορά βυζαντινούς εκκλησιαστικούς ύμνους, στο διπλό cd «Όταν οι δρόμοι συναντιούνται». Με το cd αυτό δεν εκπληρώνει μόνο την επιθυμία του να καταγράψει τη μουσική που αγάπησε πρώτη και σπούδασε ήδη από τα μικρά του χρόνια αλλά αποδεικνύει έμπρακτα και τη γενναιοδωρία του ως δάσκαλος, παρουσιάζοντας δίπλα του την, προσφάτως τότε, μαθήτριά του και σήμερα πλέον μόνιμη συνεργάτιδά του Νεκταρία Καραντζή. Η αγάπη του για τη βυζαντινή μουσική εκδηλώνεται εμπράκτως και ένα χρόνο αργότερα, όταν παρουσιάζει τη τηλεοπτική σειρά επτά εκπομπών της ΕΤ1, με τίτλο: «Επικράνθη», στην οποία ψάλλει βυζαντινούς εκκλησιαστικούς ύμνους της Μ. Εβδομάδας, που το 2006 εκδίδει σε ομώνυμο cd, από την Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Την ίδια χρονιά αναλαμβάνει την παρουσίαση της εβδομαδιαίας ραδιοφωνικής εκπομπής «Μουσικοί Παραδοσιακοί Αντίλαλοι» στο ραδιόφωνο της Πειραΐκής Εκκλησίας (91,2 FM), με μουσικολοαγραφικά θέματα, κατά το πρότυπο της εκπομπής «Θρακικοί Αντίλαλοι», που τον ανέδειξε πριν από πενήντα και πλέον χρόνια, και με τη σύμπραξη επίσης της μαθήτριάς του.

Ο Χρόνης Αηδονίδης σήμερα, με φωνή ακόμα πιο ώριμη αλλά και πιο γλυκιά και ευαίσθητη από εκείνη των νεανικών του χρόνων και με γνώση του "που πονάει το κάθε τραγούδι", όπως λέει ο ίδιος, συνεχίζει να προσφέρει στην παραδοσιακή μουσική του τόπου μας μεταφέροντας στις επόμενες γενιές το έργο του, μέσα από τη διδασκαλία. Έχει διδάξει κατά καιρούς σε διάφορα Ωδεία και Ιδρύματα, ενώ σήμερα παραδίδει μαθήματα δύο φορές το μήνα στο Εργαστήρι Παραδοσιακής Μουσικής του Δήμου Αλεξανδρούπολης, του οποίου είναι καλλιτεχνικός διευθυντής. Είναι επίσης καλλιτεχνικός διευθυντής του Κέντρου Μελέτης Μουσικής Παράδοσης Θράκης, Μ. Ασίας και Ευξείνου Πόντου (τμήματος της Ε.Π.Α.Δ.Α.), επίτιμος πρόεδρος του Σωματείου: «Αρχείο Μουσικολοαγραφικής Παράδοσης Χρόνης Αηδονίδης» και ιδρυτικό μέλος του «Αρχείου Ελληνικής Μουσικής» αλλά και του Συλλόγου Τραγουδιστών Ελλάδος και του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης «Ερατώ. Πολλοί νέοι καλλιτέχνες που ακολουθούν τα χνάρια του, καταμετρώνται επίσης στους μαθητές του, και είναι, πέραν της Νεκταρίας Καραντζή, ο Βαγγέλης Δημούδης, η Δόμνα Μέγγα, η Λίτσα Ουλιανούδη, ο Μάνος Κουτσαγγελίδης, ο Χρήστος Κισσούδης, ο Φίλιππος Ευφραιμίδης, ο Χρήστος Χαρόβας κ.α.

Όλα αυτά τα χρόνια είναι αναρίθμητες οι διακρίσεις και οι τιμές που έχει δεχθεί ο Χρόνης Αηδονίδης για την πολύτιμη προσφορά του στον ελληνικό πολιτισμό, από κρατικούς και άλλους φορείς, πάρα πολλούς δήμους ανά την Ελλάδα και πολιτιστικούς συλλόγους στη χώρα μας και στο εξωτερικό. Από αυτές ξεχωρίζουν: η απόδοση του Μεγαλόσταυρου από τον πρώην Μητροπολίτη Θηβών και νυν Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ.κ. Ιερώνυμο, οι βραβεύσεις από τον Σύλλογο Αρχαιοφίλων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς Έβρου δια χειρός του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κωστή Στεφανόπουλου, από το Λαογραφικό Κέντρο της Ακαδημίας Αθηνών, από το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Παν/μίου Αθηνών, τη Σχολή Δοκίμων Αστυφυλάκων δια χειρός του Αρχηγού της ΕΛΑΣ κ. Α. Δημοσχάκη, από την Πανθρακική Ένωση Αμερικής, από την Ανωτέρα Εκκλησιαστική Σχολή Θεσσαλονίκης και τον Ακαδημαϊκό Μουσικό Όμιλο «Μαΐστορες της Μακεδονίας», από την Ένωση Τραγουδιστών Ελλάδος, από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, από το Ιστορικό Λαογραφικό Μουσείο Ορεστιάδας, κ.α. Φέτος, η Νομαρχία Έβρου ανακήρυξε το 2009, ως «Έτος Χρόνη Αηδονίδη» και διοργάνωσε προς τιμήν του ημερίδα και διαφόρες συναυλίες στον Έβρο και επιμελείται τη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του, ενώ στις 15 Αυγούστου το 8ο Παγκόσμιο Συνέδριο Θρακών, που πραγματοποιήθηκε στην Κομοτηνή, τον τίμησε ως εξέχουσα προσωπικότητα της χώρας μας που έχει συμβάλει στη διατήρηση και διάδοση της παράδοσης και της φήμης του Θρακικού ελληνισμού. Από το 2008 επίσης, στο νεόκτιστο εκκλησιαστικό πολιτιστικό κέντρο "Ανθίμειον» της Μητρόπολης Αλεξανδρούπολης, φιλοξενείται μεγάλο μέρος του προσωπικού και καλλιτεχνικού αρχείου του, σε αίθουσα με το όνομά του, το οποίο ο ίδιος ο καλλιτέχνης δώρισε στη Μητρόπολη.

Ο Χρόνης Αηδονίδης έχει αναμφισβήτητα αφήσει το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής και θα μυεί στα θαυμάσια μυστικά της πολιτισμικής κληρονομιάς μας τις γενιές που έρχονται, ες αεί.

Υ.Γ. Στα άμεσα σχέδια του είναι η έκδοση ενός βιβλίου-αυτοβιογραφίας του στο οποίο θα περιλαμβάνεται και πλούσιο γνωστό αλλά και ανέκδοτο οπτικοακουστικό υλικό, η διοργάνωση σειράς μεγάλων συναυλιών του για τον εορτασμό των 80 και πλέον χρόνων του και την επίσημη ανακοίνωση της αποχώρησή του από την τακτική και ενεργό δράση στα μουσικά πράγματα και η δισκογραφική έκδοση σειράς ανέκδοτων παλαιών ηχογραφημάτων του. Την έκδοση του βιβλίου του θα συνοδεύει το ντοκιμαντέρ παραγωγής της Νομαρχίας Έβρου και ένα ιδιόχειρο λεύκωμά του 100 σελίδων, με συμβουλές προς τη μαθήτριά του Νεκταρία και, μέσω εκείνης, προς όλους τους μαθητές του, αποσπάσματα του οποίου μπορεί κανείς να διαβάσει στην επίσημη ιστοσελίδα του www.aidonidis.gr.
Διαβάστε περισσότερα...»

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ (ΒΟΡΕΙΑ ΘΡΑΚΗ)

ΣΩΖΟΠΟΛΙΣ
Κτίσθηκε γύρω στο 600 π.χ, στα δυτικά παράλια του Ευξείνου Πόντου, από τους Μιλησίους (κατοίκους των δυτικών παραλίων της Μ. Ασίας), που έδωσαν στην αποικία το όνομα Απολλωνία.

Μια πελώρια σταυρόσχημη άγκυρα πάνω στα νομίσματά της, μαζί με το αρχικό Αλφα από τη μια μεριά και μια καραβίδα από την άλλη, δήλωναν τον ναυτικό χαρακτήρα αυτής της σημαντικής πόλης, που υπήρξε μεγάλος λιμενικός και αλιευτικός σταθμός. Πλήθος ναυτόκοσμου έσωσαν ο Απόλλωνας και οι Απολλωνιάτες από τις τρικυμίες και τα ύπουλα βράχια στα ανοιχτά της χερσονήσου. Κι’ όταν, αιώνες αργότερα, οι νεοφώτιστοι χριστιανοί δεν μπορούσαν να ζουν στην πόλη που έφερε το όνομα του αρχαίου θεού, μετονόμασαν την Απολλωνία και της έδωσαν ένα χριστιανικό όνομα. Φρόντισαν όμως να διατηρηθεί το νόημα της σωστικής παράδοσης που είχε η παλαιότατη αποικία. Γι’ αυτό ονόμασαν την πόλη τους Σωζόπολη. Στο πεταλόσχημο λιμάνι της ναυλόχησε συχνά ολόκληρος ο Βυζαντινός στόλος της Μαύρης Θάλασσας, ενώ οι Σωζοπολίτες ναυτικοί και ψαράδες έσπευδαν πάντα με τα καΐκια τους να μαζεύουν τους καραβοτσακισμένους ναυαγούς, που πάλευαν με τα κύματα μπροστά στα τρία νησάκια της χερσονήσου.
Τον άγιο Ζώσιμο, τον τοπικό μάρτυρα των πρωτοχριατιανικών χρόνων, οι συμπατριώτες του Σωζοπολίτες λάτρευαν για τις αμέτρητες θαυματουργικές σωτήριες επεμβάσεις του, όπως παλιότερα οι Απολλωνιάτες τον Απόλλωνα, που ήταν από τη φύση του θεραπευτής και σωτήρας και του οποίου το τεράστιο άγαλμα (13 μέτρα) δέσποζε στην πόλη τους.
Η Σωζόπολη κατά την μακραίωνη ζωή της γνώρισε πολλούς καταχτητές: Ρωμαίους, Γότθους, Βουλγάρους, Λατίνους, Γενουάτες, Τούρκους (1453) και τελικά έμεινε στα χέρια των Βουλγάρων (1885)
Υστερα από τις αφόρητες πιέσεις των Βουλγάρων, η ελληνική αυτή πόλη, που το 1905 αριθμούσε 3.400 κατοίκους, εγκαταλείφθηκε από τους Έλληνες κατοίκους της. 


ΜΕΣΗΜΒΡΙΑ
Παραθαλάσσια πόλη της Θράκης στα σύνορα της Κάτω Μοισία, στον Εύξεινο Πόντο.
Είναι αρχαιότατη πόλη. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ιδρύθηκε γύρω στο 493 π.χ. από αποίκους του Βυζαντίου κυρίως και από Καρχηδόνιους. Σύμφωνα όμως με τον Στράβωνα και άλλους, κτίσθηκε από αποίκους Μεγαρείς και ονομαζόταν πρώτα Μενεβρία από τον αρχηγό των αποίκων Μένα και από τη Θρακική λέξη βρία που σημαίνει πόλη. Η μεγάλη ικανότητα των κατοίκων της στα ναυτικά και ο φυσικός πλούτος της γύρω χώρας την οδήγησαν σε μεγάλη ακμή.
Η Μεσημβρία υπήρξε αυτόνομη και διατήρησε μερικώς την αυτονομία της και κάτω από την εξουσία των Θρακών βασιλιάδων, καθώς επίσης του Φιλίππου και του Αλέξανδρου, μέχρι το Λυσίμαχο, που την ανάγκασε να πληρώνει φόρους. Εξ’ αιτίας της στρατηγικής της θέσης, του φυσικού πλούτου και της δραστηριότητας των κατοίκων της έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Εκεί ανατράφηκε κατόπιν ο αυτοκράτορας Λέων Γ’ ο ‘Ισαυρος (717-741). Κοντά στη Μεσημβρία στις 13 Απριλίου 814 έπαθε φοβερή πανωλεθρία ο ηγεμόνας των Βουλγάρων Κρούμος από τον Λέοντα Ε’ τον Αρμένιο. Ύστερα, για 70 περίπου χρόνια, η Μεσημβρία με τις γειτονικές πόλεις απόλαυσε σχετική ησυχία. Κατά την 4η Σταυροφορία την κατέλαβαν οι Βούλγαροι και μετά οι Βυζαντινοί, μέχρι το 1300, οπότε για λίγο χρονικό διάστημα την πήραν οι Βούλγαροι μέχρι που την κατέλαβαν οι Τούρκοι το 1453. Από την εποχή αυτή παρέμεινε τουρκική μέχρι την ίδρυση της βουλγαρικής ηγεμονίας (1878). Από το 1885 προσαρτήστηκε στη Βουλγαρία.
Μέχρι το 1906 την κατοικούσαν αποκλειστικά ‘Ελληνες. ‘Ηταν έδρα επισκόπου και διατηρούσε σπουδαία σχολεία. Μετά τους διωγμούς του 1906 οι ‘Ελληνες της Μεσημβρίας κατέφυγαν στην Ελλάδα 


ΠΥΡΓΟΣ
Τουρκικά και Βουλγαρικά  λέγεται Μπουργάς που σημαίνει Πύργος. Βρίσκεται στα παράλια του Εύξεινου Πόντου και είναι πόλη της Βόρειας Θράκης.
Από τη μια και από την άλλη μεριά της πόλης βρίσκονται δύο αβαθείς λίμνες, η λίμνη του Αθανασιοχωρίου και η λίμνη του Βαγιαχωρίου. Το όνομα του Πύργου είναι φανερό ότι προήλθε από κάποιο βυζαντινό πύργο.
Ο Μανουήλ Φυλής κατά τον 14ο αιώνα αναφέρει ένα χωριό Πύργο κοντά στην Σκαφίδα και το Ρουσόκαστρο. Το 1900 αριθμούσε 12.000 περίπου κατοίκους, από τους οποίους πάνω από 4.000 ήσαν ‘Ελληνες. Μετά την προσάρτηση του Πύργου από την Βουλγαρία (1885) αλλιώθηκε ο πληθυσμός του Πύργου εις βάρος των Ελλήνων, γιατί πολλοί κατέφυγαν στην Ελλάδα, ύστερα από τις πιέσεις των Βουλγάρων και από την άλλη μεριά πλήθος Βουλγάρων κατοίκησαν την πόλη.
Η ελληνική κοινότητα Πύργου υπαγόταν στη μητρόπολη Αγχιάλου και είχε πέτρινη εκκλησιά σε ρυθμό βασιλικής, που ήταν αφιερωμένη στην κοίμηση της Θεοτόκου. Είχε ακόμα, εξατάξια Αστική Σχολή αρένων, άλλη τέτοια Θηλαίων και νηπιαγωγείο με 400 περίπου μαθητές και 12 διδάσκοντες. Είχε ακόμα αι δύο συλλόγους την «Πρόοδο» που ήταν φιλοεκπαιδευτικός Σύλλογος και την «Ομόνοια» που ήταν φιλόπτωχος Σύλλογος Κυριών. Το 1906 ύστερα από το ανθελληνικό κίνημα στη Βουλγαρία, τα ιδρύματα των Ελλήνων πάρθηκαν από τους Βουλγάρους. Από τότε άρχισε το ξερίζωμα των Ελλήνων, ύστερα από στέρηση των εκκλησιών και των σχολείων. Προπολεμικά διατηρούσαν ακόμα τον εθνισμό τους γύρω στις 50 οικογένειες.


ΑΓΧΙΑΛΟΣ
Από τα τέλη του 6ου π.χ αιών. Η Αγχίαλος που ιδρύθηκε από Απολλωνιάτες αποίκους, έγινε ένα κέντρο αγροτικό και ναυτικό-αλιευτικό. Στις επίσημες βυζαντινές πηγές την βρίσκουμε συνήθως με το αρχαίο της όνομα και σπανιότερα με το λαϊκό. Οι Αγχιαλίτες όμως ονόμαζαν την πατρίδα τους Αχελώ. Η αρχαία-πρωτοχριστιανική πόλη καταπονίστηκε στην διάρκεια των σεισμών του 8ου αιώνα και έτσι δεν έχει σωθεί τίποτα από τις δύο πρώτες φάσεις της ζωής της. Η πόλη που συνέδεσε το όνομά της με τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Ε’, ο οποίος οργάνωσε το 756 ως το 775, με στρατό και στόλο, εννέα συνδυασμένες εκστρατείες εναντίον των Βουλγάρων, βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα τείχη της έγιναν ύφαλοι στ’ ανοιχτά της νέας πόλης, που ανοικοδομήθηκε από τους βυζαντινούς το 786. Κανένα καράβι δεν μπορούσε να πλησιάσει την Αχελώ. Μόνο οι Αχελινοί γνώριζαν το πέρασμα ανάμεσα στα τείχη-ύφαλα. Κι ώσπου να μπει ο φάρος στο πέλαγος, όλοι οι μαυροθαλασσίτες ναυτικοί έτρεμαν τα νερά της Αγχιάλου. Μα κοντά στη ναυτική και ψαρική τέχνη οι Αχελινοί είχαν και την αμπερουργική. Κατάφυτη από αμπέλια ήταν η περιφέρειά τους και τα οκτώ διαφορετικά είδη που παρήγαγαν κάλυπταν εκλεκτές ποιότητες ψιλόφλουδων άσπρων, κιτρινωπών, ροζακιών, κόκκινων, μοσχάτων και γλυκών σταφυλιών.
Με τις ευλογίες του θεού Απόλλωνα, του θεού Διόνυσου καιτου Αγίου Τρύφωνα αργότερα, οι Αχελινοί έφτασαν στις αρχές του αιώνα μας να έχουν περίπου 3.000.000 κλήματα. Κάθε 1η Φεβρουαρίου, στη γιορτή του Αι Τρίφ’, μετά τη λειτουργία όλος ο κόσμος έπαιρνε αγιασμό κι’ έβαινε να ραντίσει τα αμπέλια, για να έχουν καλή καρποφορία.
Τα  περισσότερα δημητριακά, όπως και τις μεγάλες ποσότητες βοοειδών που εμπορεύονταν οι Αχελινοί, τα αγόραζαν από τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους της ενδοχώρας. Στη διάρκεια της αρχαιότητας προμηθευτές ήταν οι αρχηγοί των Θρακικών πληθυσμών της πεδιάδας και τωνβουνών. Οι Αγχιαλοί έδιναν στους Θράκες και αλάτι. Υπήρχαν τεράστιες αλυκές και από αυτή την εκμετάλλευση ερχόταν το μεγαλύτερο έσοδο στην πόλη.
Μόλις κατέλαβαν οι Οθωμανοί το μικρό δεσποτάτο των Παλαιολόγων στον Εύξεινο Πόντο (η Αγχίαλος, η κοντινή Μεσημβρία και τα περιορισμένα εδάφη που τις περιέβαλαν ήταν το μοναδικό τμήμα της θρακικής γης, μαζί με τα εδάφη γύρω από την Κωνσταντινούπολη, που βρίσκονταν ως το 1453 υπό βυζαντινή διοίκηση), ο Σουλτάνος παραχώρησε τις αλυκές της Αγχιάλου στην μεγάλη βυζαντινή οικογένεια των Κατακουζηνών. Εκεί στο πλούσιο αγροτικο-εμπορικό-λιμενικό κέντρο, έζησε ένας κλάδος των Κατακουζηνών-Παλαιολόγων.
Το 1878 υπήχθηκε στη βουλγαρική ηγεμονία και το 1885 προσαρτήστηκε στη Βουλγαρία. Το 1906 πυρπολήθηκε από τους Βουλγάρους και οι Έλληνες που απέμειναν ζωντανοί κατέφυγαν, σχεδόν όλοι, στην Ελλάδα.


ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΗ
Η Φιλιππούπολη πριν και μετά την Ρωμαϊκή κατάσταση
Η Φιλιππούπολη μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα των Ρωμαίων Αυγούστου είχε αυτονομία. Διοικούταν όπως οι πόλεις των παραλίων της Θράκης έχοντας δικιά της βουλή και δήμο, πλήρωνε όμως φόρους στους Θράκες Οδρύσους. Την αυτονομία κράτησε και στην ρωμαϊκή εποχή. Στην εποχή του Αυγούστου οι Οδρύσες, με τη βοήθεια των Ρωμαίων, κυριάρχησαν σ’ όλη τη Θράκη κι έκαναν τη Φιλιππούπολη δεύτερη πρωτεύουσά τους μετά τη Βιζύη. Στην εποχή της Ρωμαιοκρατίας γνώρισε μεγάλη ακμή, γιατί πέρασε από κοντά της ο μεγάλος στρατιωτικός δρόμος της Κυψέλης προς τη Σαρδική (την σημερινή Σόφια). Στη Φιλιππούπολη είχε την έδρα του ο Ρωμαίος διοικητής της Θράκης. Το 251 μ.χ καταστράφηκε από τους επιδρομείς Γότθους, οι οποίοι κατέσφαξαν γύρω στους 100.000 κατοίκους της, ξαναχτίστηκε όμως γρήγορα και απόκτησε την παλιά της φήμη.

Σύντομη ιστορία της Φιλιππούπολης κατά τον 19ον αιώνα και μέχρι το 1906  
Όταν άρχισε ο 19ος αιώνας οι κάτοικοι της Φιλιππούπολης ήταν Τούρκοι, ‘Ελληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι. Οι Βούλγαροι που εγκαταστάθηκαν σ’ αυτή φαίνεται ότι είχαν εξελληνιστεί. Από το 1861 όμως οι πρώην ελληνόφωνοι Βούλγαροι  αποσπάστηκαν από την ελληνική ορθόδοξη κοινότητα και αποτέλεσαν ιδιαίτερη βουλγαρική κοινότητα με ξεχωριστά σχολεία και εκκλησίες που υποτάχθηκαν από το 1872 στην θρησκευτική δικαιοδοσία της βουλγαρικής εξαρχίας με Βούλγαρο Μητροπολίτη. ‘Υστερα από την συνθήκη του Βερολίνου (1878) ορίστηκε πρωτεύουσα της αυτόνομης επαρχίας της Ανατολικής Ρουμελίας. Το 1885 με την αναίμακτη επανάσταση των Βουλγάρων  καταλύθηκε το καθεστώς αυτό και η επαρχία της Ανατολικής Ρουμελίας ενώθηκε με την ηγεμονία της Βουλγαρίας και η Φιλιππούπολη έγινε επαρχιακή πόλη της. ‘Όταν πραγματοποιήθηκε το μεγάλο ανθελληνικό κίνημα του 1906 στη Βουλγαρία, διαλύθηκε η Ελληνική κοινότητα και τα περίφημά της ιδρύματα κατασχέθηκαν. Αυτό ανάγκασε τους Φιλιππουπολίτες σε ολικό εκπατρισμό στη μητέρα Ελλάδα και έτσι εκμηδενίστηκε ο ελληνισμός που υπήρχε πάνω από 2000 χρόνια.  
Πρέπει να τονιστεί ότι στα μέσα του 19ου αιώνα προσδιορίζεται χρονικά η κατακόρυφη άνοδος της οικονομικής κυριαρχίας του ελληνικού στοιχείου της Φιλιππούπολης, το οποίο επέκτεινε τις συναλλαγές του σε ολόκληρο τον οθωμανικό και τον εμπορικό χώρο. Πολλά ελληνικά ονόματα δέσποσαν για δεκαετίες ολόκληρες στο εμπόριο του τόπου, που διέθεταν εμπορικά καταστήματα σε ολόκληρη την οθωμανική αυτοκρατορία, στην Κωνσταντινούπολη και στην Βιέννη. Δύο μεγάλες ελληνικές οικογένειες της Φιλιππούπολης κυριάρχησαν ολόκληρο τον 19ο αιώνα στην οικονομική ανάπτυξη της Βόρειας Θράκης. Οι οικογένειες Κοϊμτζόγλου και Γκιουμουσγκερδάνη. Το εξωτερικό εμπόριο παρουσίαζε τεράστια άνοδο. Τα αγροτικά προϊόντα κάλυπταν περισσότερο από τα ¾ της συνολικής εξαγωγικής αξίας. Στο εισαγωγικό εμπόριο της Φιλιππούπολης η Γαλλία συμμετείχε με το μεγαλύτερο ποσοστό και ακολούθησαν η Αγγλία η Γερμανία και άλλες χώρες.


ΣΤΕΝΗΜΑΧΟΣ
Πόλη της Θράκης χτισμένη σε απόσταση 20 χιλ. περίπου ΝΑ της Φιλιππούπολης. Παρ’ όλο που είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Θράκης, πρώτη φορά γίνεται λόγος γι’ αυτή το 1803, στο τυπικό της Μονής της Πετριζονίτισσας, η οποία σήμερα ονομάζεται Βατσκόβου και κοντά σ’ αυτή σώζεται το φρούριο της Στενημάχου, στο οποίο υπάρχει ωραία εκκλησία, που οι Στενημαχίτες την ονομάζουν «Παναγιά του Καλέ». Κατά πάσα πιθανότητα το φρούριο αυτό χτίστηκε από τον Ιουστινιανό και επί Αλεξίου του Κομνηνού ονομαζόταν Περιτζός, από την ομώνυμη πόλη που βρισκόταν κοντά σ’ αυτή.
Μέχρι το 1906, που ξέσπασαν οι γνωστοί διωγμοί, η Στενήμαχος διατηρούσε την ελληνικότητά της. Λειτουργούσαν σ’ αυτή πολλά σχολεία, στα οποία φοιτούσαν 1.200 μαθητές και μαθήτριες. Υπήρχαν επίσης 10 εκκλησίες και 40 περίπου παρεκκλήσια.
Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει ανάμεσα στους ιστορικούς και φιλολόγους για την προέλευση της ονομασίας Στενήμαχος. Από τους Έλληνες μελετητές, άλλοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για παραφθορά του αρχαιοτάτου τοπωνυμίου Ιστιεομάχη, επειδή τον 5ο π.χ αιώνα ο τόπος αυτός απετέλεσε, ύστερα από πολλές μάχες, αποικία 3.οοο Ιστιέων της Εύβοιας, άλλοι πιστεύουν ότι το τοπωνύμιο είναι μεσαιωνικό και προέρχεται από τη λέξη στενομάχος, δηλαδή εκείνος που μάχεται στα στενά, επειδή η κωμόπολη βρίσκεται πάνω από ένα βαθύ φαράγγι, άλλοι θεωρούν πιθανό πως κάποιος Σθενέμαχος, χαμένος ήρωας του 10ου ή του 11ου αιώνα, έδωσε τα’ όνομά του στον τόπο.


ΚΑΒΑΚΛΗ
Ελληνική πόλη χτισμένη σε απόσταση 40 χιλ. βόρεια από την Αδριανούπολη, στις βορειανατολικές πλαγιές του «Σακάρ Πλάνινα».
Δεν είναι ακριβώς γνωστό πότε χτίστηκε το Καβακλή, όμως η παράδοση αναφέρει πως ήταν ένα μικρό χωριό, στο οποίο από το τέλος του 18ου αιώνα άρχισαν να συγκεντρώνονται ‘Ελληνες από την ‘Ηπειρο, που έφευγαν για να γλυτώσουν από τις διώξεις του Αλή Πασά. ‘Ετσι από άσημο μικρό χωριό εξελίχθηκε σιγά-σιγά σε πραγματική μικρή πολιτεία.
Βουλγάρους κατοίκους δεν είχε καθόλου το Καβακλή, εκτός από λίγους δημοσίους υπαλλήλους με τις οικογένειές τους, κι αυτούς ύστερα από το 1885.
Στα χρόνια του αυτονομιακού καθεστώτος της Ανατολικής Ρωμυλίας (1978-1885), το Καβακλή ήταν Δήμος καθαρά ελληνικός και πρωτεύουσα ομώνυμης επαρχίας με δικό του Δικαστήριο και Έλληνες δημοσίους υπαλλήλους. Από εκκλησιαστικής απόψεως υπαγόταν αρχικά στη Μητρόπολη Αδιανουπόλεως και μετά την προσάρτηση της Ανατ. Ρωμυλίας στο Βουλγαρικό κράτος το 1885, στην ελληνική Μητρόπολη της Φιλιππούπολης μέχρι το 1906.
Το Καβακλή είχε κατά την περίοδο αυτή 20-25.000 Έλληνες κατοίκους, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν στη μητέρα Ελλάδα. Τελειώνοντας πρέπει να ν’ αναφέρουμε πως στο Καβακλή υπήρχαν δύο τετρατάξια δημοτικά σχολεία, μια τριτάξια Αστική σχολή και τρία νηπειαγωγία. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μέχρι το 1890 στα σχολεία αυτά, που ήταν καθαρά ελληνικά φοιτούσαν και τα παιδιά των Βουλγάρων δημοσίων υπαλλήλων
Διαβάστε περισσότερα...»

ΣΙΜΩΝ ΚΑΡΑΣ "Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ"

Ο Σίμων Καράς[1] ήταν Έλληνας νομικός, ιεροψάλτης και μουσικοδιδάσκαλος.
Ο Σίμων Καράς υπήρξε μουσικολόγος και ερευνητής της Ελληνικής μουσικής παράδοσης και κληρονομιάς. Πολλοί θεωρούν ότι χάρη στην πολύχρονη και επίπονη ερευνητική του προσπάθεια διασώθηκε ένα μεγάλο κομμάτι της παραδοσιακής μουσικής, την οποία κατέγραψε σε όλο το φάσμα της ελληνικής επικράτειας.
Γεννήθηκε το 1903 στο χωριό Λέπρεον (Στροβίτσι η παλαιότερη ονομασία) του νομού Ηλείας. Από πολύ νεαρή ηλικία ξεκίνησε η μύηση του στη μουσική, από τον πατέρα του που έπαιζε ταμπουρά και τον ιερέα του χωριού παπα-Στάθη Λαμπρινόπουλο που του έμαθε και τα πρώτα γράμματα και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει τις μουσικές σπουδές του.
Ο Σίμων Καράς ήρθε στην Αθήνα το 1921 έχοντας εισαχθεί στη Νομική Σχολή, την οποία τελείωσε χωρίς να πάρει το πτυχίο. Ο ίδιος ξεκίνησε τις προσωπικές του μουσικές σπουδές και έρευνες εκτός του χώρου των οργανωμένων ωδείων, να μελετά τα θεωρητικά έργα των Αρχαίων Ελλήνων, των Βυζαντινών και μεταβυζαντινών συγγραφέων, αναζητά, αποκρυπτογραφεί και ερμηνεύει παλιά μουσικά χειρόγραφα βιβλιοθηκών όπως του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Όρους της Εθνικής Βιβλιοθήκης κ.α. Έτσι καταφέρνει και γίνεται βαθμιαία ως ένας μοναδικός αυτοδίδακτος μουσικοδιδάσκαλος.
Από το 1931 μέχρι το 1934, ο Καράς ήταν ψάλτης στο εκκλησάκι του Προφήτη Ελισσαίου στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Το 1929 είχε ιδρύσει το Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής, στον οποίο ανέπτυξε μέχρι το τέλος της ζωής του μία πολύπλευρη και σημαντική δραστηριότητα, στην ψαλτική τέχνη και στο δημοτικό τραγούδι με Σχολή έξι ετών και εντελώς δωρεάν φοίτηση, την Εκκλησιαστική Χορωδία και τη Μεικτή Χορωδία Εθνικών Τραγουδιών, και τέλος χορευτική ομάδα.
Οι χορωδίες του συλλόγου είχαν πολλές εμφανίσεις στην εκπομπή Ελληνικοί Αντίλαλοι, την οποία παρουσίαζε ο ίδιος ο Σίμων Καράς με θέμα πάντα την παραδοσιακή μουσική από όλη την Ελλάδα, από τη χρονιά ίδρυσης του Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) το 1937 μέχρι το 1972. Έχει εκδώσει μεγάλο αριθμό βιβλίων και δίσκων κυρίως από το 1972 και εξής.
Έχει πραγματοποιήσει σε όλη την Ελλάδα καταγραφή των δημοτικών τραγουδιών με κασσετόφωνο τα οποία κυκλοφόρησαν σε δίσκους καθώς επίσης όλες τις Ακολουθίες και τους Ύμνους της Εκκλησίας. Πέθανε το 1999 σε ηλικία 96 ετών.


Το έργο και το αρχείο του Σίμωνα Καρά διαχειρίζεται σήμερα το ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ - Μουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά (ΚΕΠΕΜ), το οποίο ιδρύθηκε από την σύζυγο του Σίμωνα Καρά Αγγελική το 2009 με σκοπό την διάσωση και διάδοση της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής (εκκλησιαστικής και κοσμικής), του ελληνικού χορού, των οργάνων, των ηθών και εθίμων του ελληνικού παραδοσιακού πολιτισμού,την διαφύλαξη, συντήρηση και προβολή στο ευρύ κοινό με επιστημονική αξιοπιστία του συγκεκριμένου έργου και αρχείου, και την συντήρηση και ανάδειξη του κτηριακού χώρου όπου στεγάζεται η σχολή αλλά και η οικία του Σίμωνα Καρά, προκειμένου αυτός να ανταποκρίνεται στα σύγχρονα δεδομένα διδασκαλίας και έρευνας.
Διαβάστε περισσότερα...»

ΔΟΜΝΑ ΣΑΜΙΟΥ "Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΡΕΥΝΗΤΡΙΑ ΜΑΣ"


Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε το 1928, στην Καισαριανή Αθήνας, από γονείς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Μαθήτευσε κοντά στον Σίμωνα Καρά, ιδρυτή του Συλλόγου προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής. Από το 1954 και έως το 1971 συνεργάστηκε με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.), καθώς επίσης με την Ελληνική Τηλεόραση για μια σειρά μουσικών ντοκιμαντέρ με τίτλο «Μουσικό Οδοιπορικό». Παρουσίασε επί σειρά ετών αυθεντικές εκτελέσεις δημοτικών τραγουδιών και πραγματοποίησε αναρίθμητες συναυλίες στις οποίες συμμετείχε η ίδια και άλλοι καλλιτέχνες, επιμένοντας πάντα στην ακριβέστερη δυνατή απόδοση των λεκτικών ιδιομορφιών και του ύφους κάθε περιοχής. Το έργο της ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και παρουσιάστηκε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, στην Αμερική και την Αυστραλία.
Παράλληλα με αυτές τις δραστηριότητες, για περίπου σαράντα χρόνια (1963-2000) κατέγραφε συστηματικά δημοτικά τραγούδια από όλες τις περιοχές της Ελλάδας. Το υλικό αυτό —που συνιστά το αρχείο της— ανήκει στον Καλλιτεχνικό Σύλλογο Δημοτικής Μουσικής «Δόμνα Σαμίου», τον οποίο ίδρυσε το 1981 και περιλαμβάνει περίπου 2.500 τραγούδια από χωριά, συνοικισμούς και πόλεις της ελληνικής επικράτειας.
Οι ηχογραφήσεις, σε αναλογικές ταινίες και κασέτες, παραχωρήθηκαν στη Βιβλιοθήκη με σκοπό την ψηφιοποίησή τους, γεγονός που έχει εξαιρετική σημασία διότι προέρχονται από ανθρώπους οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Διαμέσου των ηχογραφήσεων αυτών διατηρούνται ζωντανά τα ήθη, τα έθιμα και η μουσική παράδοση της χώρας μας.

Διαβάστε περισσότερα...»